Προσωπικές Μαρτυρίες: Όταν η γυναίκα γίνεται προϊόν

Αντικείμενο: Ανθρωπιστικές Επιστήμες
Προγράμματα: Προπτυχιακά
Δίδακτρα: Ναι

Η Johanna από το Εκουαδόρ (Ισημερινός) μοιράζεται τη φρικιαστική της ιστορία για να μας θυμίσει για μια ακόμη φορά, για μια ακόμη ημέρα πως ο δρόμος προς την ισότητα των φύλων δυστυχώς είναι ακόμη μακρύς.

Ζώντας κάτω από τα όρια της φτώχιας, σε ένα δωμάτιο με ολόκληρη την οικογένειά τους, προσπαθούν να κερδίσουν μια ευκαιρία στο όνειρο.

Ακριβώς αυτήν την ελπίδα εκμεταλλεύονται εγκληματικές ομάδες και οργανώσεις πιέζοντας τις γυναίκες να ακολουθήσουν τον δρόμο της πορνείας και των ναρκωτικών.

«Δυστυχώς στην πατρίδα μου δεν υπάρχει καμία προστασία για τις γυναίκες. Καθημερινά βλέπουμε γυναίκες στο δρόμο νεκρές. Με αυτό το δεδομένο, εάν σε στοχοποιήσουν, η πίεση γίνεται αφόρητη. Μετά από συνεχόμενες απειλές, τόσο για τη δική μου ζωή όσο και για της οικογένειάς μου, αναγκάστηκα να δεχτώ να τους ακολουθήσω».  

Στοιβαγμένες σε καμιόνια, χωρίς να βλέπουν το φώς του ήλιου, υποσιτισμένες και σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, οδηγούνται στην νέα τους ζωή, έναν εφιάλτη δίχως τέλος, όπου κακοποιούνται σεξουαλικά, ψυχολογικά  και σωματικά, καλούμενες να καλύψουν όλες τις ανάγκες των απαγωγέων τους πάντα με την απειλή της αφαίρεσης της ίδιας τους της ζωής.

Στην ιστορία της Johanna το μαρτύριο δεν σταματά εδώ. Προσπαθώντας να ξεφύγει από το Εκουαδόρ και τους βασανιστές της, εμπιστεύεται μια ομάδα παρανόμων/διακινητών – γνωστοί στην Αμερική ως κογιότ, οι οποίοι της υπόσχονται ασφαλές πέρασμα στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι αδρής αμοιβής φυσικά.

«Μου ζήτησαν 13.000 δολάρια. Είχα κάποιες οικονομίες αλλά δεν ήταν αρκετές κι έτσι αναγκάστηκα να πάρω δάνειο από την τράπεζα, βάζοντας εγγυητές τους γονείς μου».

Οδηγείται στο Μεξικό, όπου παραμένει για τρεις ημέρες κλειδωμένη σε ένα σπίτι, μαζί με μία ακόμη γυναίκα, σε καθεστώς μόνιμης απειλής και κακοποίησης από τους διακινητές αυτή τη φορά. 

«Μαζί μου ήταν και μια γυναίκα η οποία ήταν έγκυος. Δεν μείναμε μαζί για πολύ, ούτε την ξαναείδα. Αργότερα έμαθα ότι την ανάγκασαν να πηδήξει από έναν πολύ ψηλό τοίχο. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει το μωρό της ακαριαία και την ίδια της τη ζωή λίγες μέρες αργότερα».

Από τον ίδιο τοίχο καλείται να πηδήξει και η Johanna, της οποίας της φαίνεται αδιανόητο καθώς η πτώση θα οδηγήσει σε βέβαιο θάνατο.

Έχοντας χάσει τη «χρησιμότητά» της πίσω στο Εκουαδόρ, τα κογιότ της φωνάζουν πως είναι νεκρή έτσι κι αλλιώς, απλά πρέπει να διαλέξει την χώρα που θέλει να πεθάνει. Η ίδια αδυνατεί να το κάνει κι έτσι την σπρώχνουν χωρίς ενδοιασμούς  στο θάνατο.

Αμερικάνοι συνοριοφύλακες  την βρίσκουν αναίσθητη και την οδηγούν στο νοσοκομείο. Μένει σε κόμμα για έξι μέρες, ενώ όταν επανέρχεται οι γιατροί της ανακοινώνουν πως θα πρέπει να προβούν σε αφαίρεση του ποδιού της από το γόνατο και κάτω λόγω σοβαρής  μόλυνσης που υπέστη από την πτώση.

Αν και κακοποιημένη, χτυπημένη και ακρωτηριασμένη η Johanna δεν χάνει το κουράγιο της και τη διάθεσή της για ζωή.

«Σημασία έχει ότι παραμένουμε ζωντανοί. Συνεχίζω για το καλό των γονιών μου»

Παρά την εποχή του 5G και την ανακάλυψη εμβολίων μέσα σε λίγους μήνες, η γυναίκα εν έτει 2021 εξακολουθεί να αποτελεί «προϊόν» πάσης φύσεως εκμετάλλευσης, από μια μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού. Το παράδειγμα της Johanna είναι μόνο ένα, ανάμεσα σε χιλιάδες καθημερινά σε κάθε γωνιά της γης.

Από την μια μεριά, η παγκόσμια κοινωνική παραδοχή «ένας κόσμος φτιαγμένος από άντρες, για άντρες», «this is a man’s world» κλπ, είναι εγκληματική κι επιτέλους πρέπει να σταματήσει να προβάλλεται και ενίοτε να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία.

Από την άλλη θα πρέπει να περάσει στη συνείδηση όλων μας ότι η γυναίκα δεν είναι το «αδύναμο φύλο», δεν υπάγεται σε καμία ευπαθή ομάδα. Υπάρχει ισοδύναμα με τον άντρα, γιατί αυτή είναι η φυσική τάξη πραγμάτων, τελεία.

Δανάη Οικονόμου